last resort

The entire country seems like it’s packing
packing to travel off somewhere
but where?
Everyone says they’re soon leaving
there are various destinations
Germany, Denmark, US, UK, Belgium, the Antarctic, space
But we’re stuck and we all know it
we should have a way out
that’s the promise they gave us
all we had to do was study and not take too many drugs
Ha ha funny
Every year they say, I’ll leave soon
yeah I’m off now
just wait till September…
I’ll be off
off to my room in my parents’ house
where it’s safe
and dreams come alive like when I was little
It’s a social class war
people from poorer countries want to go to the countries which are as poor as theirs before the recession
and so on
Maybe it would help if we all just shifted countries
the poorest countries could then be turned into a Dubai-type havens
where the rich can be happily rich
personally I’m fine living in my room
class identity is like sexism
hindering personal development
I’m not gonna change country just to assert my parents’ aspirations
I would like to stay right here and deconstruct them
and it looks like I’m gonna do well

Advertisements

a darker shade of blond


Pale blue eyes
never liked blond particularly
didn’t really mean to meet up
some distant memory of you vanishing
just as I was beginning
was stopping me
but word was on the street you were looking for me
and I had to come
cause I know a million things about you
stuff they couldn’t even imagine
about how your brain and everything about you works
how your clothes are well attuned to a particular style and era
and your barmen and waitresses are all mythical creatures of the night
and coctails and shots are all well paced
when I’m out with you I just surrender
everything comes together to a higher aesthetic
I would follow you to any bar
even if you told me it’s at the end of the galaxy
even though I’d probably have to drive us there
Blond never seemed darker
young never seemed wiser
you sit there like a shadow at the end of the bar
I feel your eyes on me
but I don’t dare turn around
because I’m one of the few people I know (including you)
who believe in your ability to see things to their very core
and that terrifies me
sometimes I look around to make sure I didn’t miss you
but you’re too smart even when it’s random
you’re too smart for my sober middleclass friends
even though you trashed your brain a few times already
they can blame you if they like
but I wouldn’t, even if you hadn’t kissed me
I pass by that corner every day and clench my fists
and every morning as I make breakfast
I stop and stare at the graffiti on the wall opposite my window
it says “as long as you live we’ll be your strength”
you wrote it with your friends a few years ago
I used to think there was a message for me in that
but it really was about football
I laugh to myself and think
“well maybe you’re not that smart after all”

real queer

Η αίσθηση ότι ανήκεις και ότι κάθε τι είναι προκαταβολικά ευκατανόητο και διαχειρίσιμο, αυτό ήταν εκείνο που είχαμε με την Αλεξάνδρα. Κάναμε τα περισσότερα μαζί, τουλάχιστον όλα όσα θέλαμε, κι όταν ερχόταν η ώρα να απορροφηθούμε στις δικές μας προσωπικές σκέψεις είχαμε την ικανότητα να καθόμαστε δίπλα απόλυτα απομονωμένες η μία από την άλλη. Δεν υπήρχε τίποτα που είναι πολύ ή λίγο. Εκείνη ήταν συνήθως λιγότερο παρεμβατική από εμένα, αν και γνώριζε πολύ καλά ότι η παρέμβασή της μου ήταν απολύτως απαραίτητη.

Εκείνη την ημέρα μας είχε καλέσει για φαγητό ο Βαγγέλης στο σπίτι του στη Νέα Ερυθραία. Ήταν μία ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα και όλοι οι καλεσμένοι, φίλοι καλοί παλιοί και διασυνδεδεμένοι με χίλιους τρόπους, σουλατσάραμε στους διαδρόμους και στα δωμάτια του σπιτιού πίνοντας κρασί και γελώντας. Με την Αλεξάνδρα βρεθήκαμε στην κουζίνα, συνομιλώντας με την κυρία Ειρήνη που έφτιαχνε παπουτσάκια. Σχεδόν θυμάμαι ακόμα πώς φτιάχνονται τα παπουτσάκια, κι ας είχα υπνωτιστεί από τον ζεστό ανοιξιάτικο ήλιο που έλαμπε μέσα από τα μαύρα μαλλιά της Αλεξάνδρας κάνοντας το άρωμα του Pantente να αιωρείται στον δωμάτιο σαν παυσίπονο.

Η κυρία Ειρήνη θα πρέπει μύρισε το Pantente κι ίσως να πρόσεξε πώς αγγιζόμαστε σα να είναι η μία προέκταση της άλλης, γιατί χωρίς κανένα απολύτως μεσοαστικό ενδοιασμό καλοδιάθετα και αναλυτικά, παρατήρησε «Ξέρετε η γενιά σας νοιάζεται υπερβολικά πολύ για το σεξ… κι εκείνο που αδυνατώ να καταλάβω είναι το πώς είναι δυνατό όταν υπάρχει αληθινός έρωτας, κανείς να νοιάζεται τόσο πολύ για απολαύσεις σαρκικές». Ομολογώ ότι εκείνο που είπε κι εκείνα που δεν είπε με άφησαν άναυδη.

Την κυρία Ειρήνη την γνώριζα από μικρό κορίτσι, εκείνη και ο πατέρας του Βαγγέλη ήταν αγαπητοί φίλοι των γονιών μου, αλλά δε φαντάστηκα ποτέ ότι στα 33 μου θα μπορούσε ακόμα να διαβάσει εκείνα που μπορούσα μόνο να υπαινιχτώ στον εαυτό μου. Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο κι όμως σπάνια μία σεξουαλική ζωή που σε αφήνει απόλυτα ικανοποιημένη προβάλλει οποιαδήποτε αμφιβολία.

Δεν είχα κάνει καμία απολύτως σκέψη τον τελευταίο χρόνο σχετικά με το τι μας κράταγε μαζί με την Αλεξάνδρα, δεν χρειαζόταν εξάλλου. Κάθε φορά που ένα συνειρμικό επεισόδιο ξεκινούσε να εκτυλίσσεται στο μυαλό μου, άπλωνα το χέρι μου στα μαύρα πυκνά μαλλιά που ζούσαν δίπλα μου, προσπαθώντας να μεταφράσω την αμφιβολία μου στην ικανοποιητική διαβεβαίωση του οργασμού. Εκεί που ο έρωτας θα έπρεπε να διαμορφώνει το σεξ, συνέβαινε το απογοητευτικά αντίθετο ή μήπως κάτι τέτοιο κρύβει την υπέρτατη σοφία της ορμονικής υπεροχής, έναντι κάθε εκούσιας διεργασίας; Κι αν ήταν έτσι, ποιος ο λόγος να αγωνιστεί κανείς ενάντια στον προφανή ηδονισμό του ριζωμένου φαλλοκρατικού σαδομαζοχισμού στα θεμέλια της κοινωνικής οργάνωσης ή μάλλον μαζικής νεύρωσης στην Ελλάδα; Πώς ξεχνάει κανείς την Ιθάκη τόσο εύκολα καμιά φορά όταν βρεθεί στο νησί των λωτοφάγων.

Τα παπουτσάκια ήταν υπέροχα. Την κοίταζα κι αν και ήξερα ότι μάντευε τι σκεφτόμουν ήταν περισσότερο απασχολημένη με το να κρατάει μία ισορροπημένη απόσταση σε σχέση μ’εμένα. Δεν ήταν ποτέ μακριά, μα και ποτέ κοντά. Δε θα μπορούσα ποτέ να παραπονεθώ, ούτε να υποψιαστώ την εξαιρετική ισορροπία που απαιτούσε η συντήρηση μιας τέτοιας καλά μελετημένης απόστασης. Στο αυτοκίνητο, κατά την επιστροφή θυμάμαι με ρώτησε «τι έχεις;».

Δε θυμάμαι τι απάντησα γιατί τότε ξύπνησα, μία straight single μητέρα με μία μόνο ομοφυλοφιλική σχέση στο ιστορικό της. Άνοιξα τα μάτια μου διάπλατα κι όμως νύσταζα ακόμα αρκετά για να σηκωθώ. Προσπαθούσα να αναπαράγω το όνειρο που μόλις είχα δει για να μην το ξεχάσω.

Όλη την ημέρα σκεφτόμουν «γιατί η Αλεξάνδρα, γιατί αισθάνομαι έτσι για τις γυναίκες όταν είμαι απολύτως σίγουρη ότι τουλάχιστον σε ότι αφορά τις φαντασιώσεις μου και πώς αυτές έχουν διαμορφωθεί είμαι μάλλον ετερόφιλη;». Βέβαια εν τέλει είχα σοβαρότερα προβλήματα να με απασχολήσουν εκείνη την ημέρα, καθώς ετοίμαζα τον κατά-το-ήμισι-φιλανδό γιό μου να φύγει για Φιλανδία όπου θα πέρναγε το Πάσχα.

Κατά το μεσημέρι που έβγαλα τον σκύλο βόλτα σιγοτραγούδαγα «ακόμα κι αν φύγεις για το τέλος του κόσμου, θα’σαι πάντα δικός μου, θα’μαστε πάντα μαζί…» και ξαφνικά αισθάνθηκα μία ζαλάδα. Νόμισα ότι γινόταν σεισμός, αλλά όλοι περπατούσαν ανέμελοι γύρω μου και δε μπορώ να πω ότι είχα φάει λίγο ή ότι είχα ξενυχτίσει. Το απόγευμα τον πήγα να παίξει με τον κολλητό του και άρχισε να με πιάνει άσθμα. Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ σε καμία συζήτηση… σκεφτόμουν «Θεε μου φεύγει αύριο…». Τον πήρα και φύγαμε με κάποια πρόφαση για να μπορώ να τον έχω δίπλα μου. Του χάιδευα τα μαλλιά και μύριζα το κεφάλι του όλο το βράδυ. Τελικά μπόρεσα να κοιμηθώ ελάχιστα.

Σκεφτόμουν ότι αυτό που αισθάνομαι για τον γιό μου αγγίζει τα όρια του έρωτα και τότε θυμήθηκα τη μητέρα μου που όταν ήμουν μικρή με αγκάλιαζε όπως ακριβώς τον αγκαλιάζω μύριζε τα μαλλιά μου και μου έλεγε «θεε μου αυτό το πράγμα είναι σαν έρωτας, η μυρωδιά σου, το κεφάλι σου, θέλω να σε φάω». Θυμήθηκα να κοιτάζω τις γάμπες της αδερφής μου, δημοτικό θα πήγαινα, σε κάποιες διακοπές που ήταν στρογγυλές και γυναικείες και να σκέφτομαι «αν είχε ιδέα πόσο ελκυστικές είναι αυτές οι γυναικείες γάμπες». Θυμήθηκα να μπαίνω κρυφά στο δωμάτιό της και να μυρίζω τα ρούχα της με μια μυρωδιά κάποιου αρώματος, τσιγάρου και εφηβείας. Κι ακόμα πιο μικρή θυμήθηκα που με βρήκαν μέσα στη ντουλάπα της με όλα της τα ρούχα γύρω μου να κοιμάμαι.

Ήταν αυτός ο οικογενειακός ερωτισμός που έκανε μία γυναίκα να λατρεύει άλλες γυναίκες και διαμόρφωνε πάντα μια ιδιότυπη σεξουαλικότητα, μία φεμινιστική ενότητα και αργότερα μία ρήξη μεταξύ των γυναικών της οικογενείας. Ποτέ δεν αισθάνθηκα έτσι για τον πατέρα ή τον αδερφό μου, εκείνοι ήταν συνήθως κάποιου τύπου αλλόκοτα όντα που παρουσίαζαν χαμηλό αισθητικό ενδιαφέρον. Ήταν η ελευθερία με την οποία εκφραζόμαστε που με έκανε ικανή να καταλάβω τα συναισθήματά μου πάνω από τα πρότυπα. Πώς θα μπορούσε η προτίμηση της σεξουαλικής συνεύρεσης με άντρες να με προσδιορίσει ως ετερόφυλη; Πώς θα μπορούσα να μην σκεφτώ ότι η μυρωδιά ή τα μαλλιά της Αλεξάνδρας ή των άλλων αγαπημένων μου γυναικών φίλων με αφήνουν σεξουαλικά αδιάφορη;

Πώς τελικά μπορεί να πιστεύει οποιοσδήποτε ότι το σεξ καθορίζει τη σεξουαλικότητα, πώς… όταν έχεις κάτι τόσο σημαντικό, όπως είναι ο έρωτας;