bliss

Bliss reminds me that I’m forgetting something

like a wool coating I knit for my frozen insides

I used to be super demanding, super solid

then one day I said “I don’t want to talk anymore, I just want to go out and have fun”

finally an undisturbed state of maturity and internalised hurt

and the night slowly crept inside me

“you only forgive people you don’t really depend on”

so the dependable cannot be forgiven while the unreliable cannot be but transient

and the trans of the transient prevails

and translates into bliss for a stable body temperature of below zero

but I wonder how can they not see

in such adverse body conditions how can one reject transient warm wooly bliss?

and how can we not see that the sum of many blissful encounters is a terrifyingly solid relationship with your favourite wooly jumper

a political act of reduced entropy

an eternal transient encounter with warmth

a war against a life full of small everyday doses of taxed conventional decay

I’ll take my decay warm and dadaist, thank you very much

Advertisements

In the realm of the senses

No one likes people who are in love, because they know that they mock and laugh at all of them for their miserable existences.

But then love is like a flu that lasts for a while and then leaves you just like everyone else and probably a bit worse off… corrupted and frail.

So the miserable people are always proven right at the end and the people in love always end up hurt.

Some miserable people though still remember what it was like and that’s where the beauty of growing old lies.

abstract

The house is in ruins

dog hairs cover everything

sticky sweat

haven’t cooked a proper meal in days

lists of things to do hanging on cigarette smoke

I finally remembered what love feels like

not entirely sure I can grasp all aspects

have been trying for days now

initially came those intense dreams

realistic and disturbing

then came oblivion and denial

then came some sympathy for oneself and existence

not feeling very scientific

feeling entirely practical

entirely emotional

a practically emotional state of affairs

and the realisation that one can’t but love what it is they love

can’t help but protect what it is they need to keep alive

people’s faces are melting

I’m reviewing summer photos

now always seems so far away

tomorrow is a long way

personal symbolism

personal objects and shared memories of enormous significance

wasted time

feeling for one another

the war is upon us

or is it the peace?

making peace with war

the war inside

the social war

the family war

the building war

the family pet war

the peace of a forest to live in and a warm body to live by

the ugly  and the beautiful

all merged together in midst

the new and the old

the beauty and the beast

the nightmare and the sweet dream

the violent awakening in the middle of the night

not knowing if that dream was a nightmare

because you care too much to make a personal descision

a shared existence

is always a heavy affair

an enormous risk

smelling of doom

sweet doom like the birth of a child

destined to die

destined to live

destined to feel pain

destined to change every cell in our bodies

think more, not less

real queer

Η αίσθηση ότι ανήκεις και ότι κάθε τι είναι προκαταβολικά ευκατανόητο και διαχειρίσιμο, αυτό ήταν εκείνο που είχαμε με την Αλεξάνδρα. Κάναμε τα περισσότερα μαζί, τουλάχιστον όλα όσα θέλαμε, κι όταν ερχόταν η ώρα να απορροφηθούμε στις δικές μας προσωπικές σκέψεις είχαμε την ικανότητα να καθόμαστε δίπλα απόλυτα απομονωμένες η μία από την άλλη. Δεν υπήρχε τίποτα που είναι πολύ ή λίγο. Εκείνη ήταν συνήθως λιγότερο παρεμβατική από εμένα, αν και γνώριζε πολύ καλά ότι η παρέμβασή της μου ήταν απολύτως απαραίτητη.

Εκείνη την ημέρα μας είχε καλέσει για φαγητό ο Βαγγέλης στο σπίτι του στη Νέα Ερυθραία. Ήταν μία ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα και όλοι οι καλεσμένοι, φίλοι καλοί παλιοί και διασυνδεδεμένοι με χίλιους τρόπους, σουλατσάραμε στους διαδρόμους και στα δωμάτια του σπιτιού πίνοντας κρασί και γελώντας. Με την Αλεξάνδρα βρεθήκαμε στην κουζίνα, συνομιλώντας με την κυρία Ειρήνη που έφτιαχνε παπουτσάκια. Σχεδόν θυμάμαι ακόμα πώς φτιάχνονται τα παπουτσάκια, κι ας είχα υπνωτιστεί από τον ζεστό ανοιξιάτικο ήλιο που έλαμπε μέσα από τα μαύρα μαλλιά της Αλεξάνδρας κάνοντας το άρωμα του Pantente να αιωρείται στον δωμάτιο σαν παυσίπονο.

Η κυρία Ειρήνη θα πρέπει μύρισε το Pantente κι ίσως να πρόσεξε πώς αγγιζόμαστε σα να είναι η μία προέκταση της άλλης, γιατί χωρίς κανένα απολύτως μεσοαστικό ενδοιασμό καλοδιάθετα και αναλυτικά, παρατήρησε «Ξέρετε η γενιά σας νοιάζεται υπερβολικά πολύ για το σεξ… κι εκείνο που αδυνατώ να καταλάβω είναι το πώς είναι δυνατό όταν υπάρχει αληθινός έρωτας, κανείς να νοιάζεται τόσο πολύ για απολαύσεις σαρκικές». Ομολογώ ότι εκείνο που είπε κι εκείνα που δεν είπε με άφησαν άναυδη.

Την κυρία Ειρήνη την γνώριζα από μικρό κορίτσι, εκείνη και ο πατέρας του Βαγγέλη ήταν αγαπητοί φίλοι των γονιών μου, αλλά δε φαντάστηκα ποτέ ότι στα 33 μου θα μπορούσε ακόμα να διαβάσει εκείνα που μπορούσα μόνο να υπαινιχτώ στον εαυτό μου. Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο κι όμως σπάνια μία σεξουαλική ζωή που σε αφήνει απόλυτα ικανοποιημένη προβάλλει οποιαδήποτε αμφιβολία.

Δεν είχα κάνει καμία απολύτως σκέψη τον τελευταίο χρόνο σχετικά με το τι μας κράταγε μαζί με την Αλεξάνδρα, δεν χρειαζόταν εξάλλου. Κάθε φορά που ένα συνειρμικό επεισόδιο ξεκινούσε να εκτυλίσσεται στο μυαλό μου, άπλωνα το χέρι μου στα μαύρα πυκνά μαλλιά που ζούσαν δίπλα μου, προσπαθώντας να μεταφράσω την αμφιβολία μου στην ικανοποιητική διαβεβαίωση του οργασμού. Εκεί που ο έρωτας θα έπρεπε να διαμορφώνει το σεξ, συνέβαινε το απογοητευτικά αντίθετο ή μήπως κάτι τέτοιο κρύβει την υπέρτατη σοφία της ορμονικής υπεροχής, έναντι κάθε εκούσιας διεργασίας; Κι αν ήταν έτσι, ποιος ο λόγος να αγωνιστεί κανείς ενάντια στον προφανή ηδονισμό του ριζωμένου φαλλοκρατικού σαδομαζοχισμού στα θεμέλια της κοινωνικής οργάνωσης ή μάλλον μαζικής νεύρωσης στην Ελλάδα; Πώς ξεχνάει κανείς την Ιθάκη τόσο εύκολα καμιά φορά όταν βρεθεί στο νησί των λωτοφάγων.

Τα παπουτσάκια ήταν υπέροχα. Την κοίταζα κι αν και ήξερα ότι μάντευε τι σκεφτόμουν ήταν περισσότερο απασχολημένη με το να κρατάει μία ισορροπημένη απόσταση σε σχέση μ’εμένα. Δεν ήταν ποτέ μακριά, μα και ποτέ κοντά. Δε θα μπορούσα ποτέ να παραπονεθώ, ούτε να υποψιαστώ την εξαιρετική ισορροπία που απαιτούσε η συντήρηση μιας τέτοιας καλά μελετημένης απόστασης. Στο αυτοκίνητο, κατά την επιστροφή θυμάμαι με ρώτησε «τι έχεις;».

Δε θυμάμαι τι απάντησα γιατί τότε ξύπνησα, μία straight single μητέρα με μία μόνο ομοφυλοφιλική σχέση στο ιστορικό της. Άνοιξα τα μάτια μου διάπλατα κι όμως νύσταζα ακόμα αρκετά για να σηκωθώ. Προσπαθούσα να αναπαράγω το όνειρο που μόλις είχα δει για να μην το ξεχάσω.

Όλη την ημέρα σκεφτόμουν «γιατί η Αλεξάνδρα, γιατί αισθάνομαι έτσι για τις γυναίκες όταν είμαι απολύτως σίγουρη ότι τουλάχιστον σε ότι αφορά τις φαντασιώσεις μου και πώς αυτές έχουν διαμορφωθεί είμαι μάλλον ετερόφιλη;». Βέβαια εν τέλει είχα σοβαρότερα προβλήματα να με απασχολήσουν εκείνη την ημέρα, καθώς ετοίμαζα τον κατά-το-ήμισι-φιλανδό γιό μου να φύγει για Φιλανδία όπου θα πέρναγε το Πάσχα.

Κατά το μεσημέρι που έβγαλα τον σκύλο βόλτα σιγοτραγούδαγα «ακόμα κι αν φύγεις για το τέλος του κόσμου, θα’σαι πάντα δικός μου, θα’μαστε πάντα μαζί…» και ξαφνικά αισθάνθηκα μία ζαλάδα. Νόμισα ότι γινόταν σεισμός, αλλά όλοι περπατούσαν ανέμελοι γύρω μου και δε μπορώ να πω ότι είχα φάει λίγο ή ότι είχα ξενυχτίσει. Το απόγευμα τον πήγα να παίξει με τον κολλητό του και άρχισε να με πιάνει άσθμα. Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ σε καμία συζήτηση… σκεφτόμουν «Θεε μου φεύγει αύριο…». Τον πήρα και φύγαμε με κάποια πρόφαση για να μπορώ να τον έχω δίπλα μου. Του χάιδευα τα μαλλιά και μύριζα το κεφάλι του όλο το βράδυ. Τελικά μπόρεσα να κοιμηθώ ελάχιστα.

Σκεφτόμουν ότι αυτό που αισθάνομαι για τον γιό μου αγγίζει τα όρια του έρωτα και τότε θυμήθηκα τη μητέρα μου που όταν ήμουν μικρή με αγκάλιαζε όπως ακριβώς τον αγκαλιάζω μύριζε τα μαλλιά μου και μου έλεγε «θεε μου αυτό το πράγμα είναι σαν έρωτας, η μυρωδιά σου, το κεφάλι σου, θέλω να σε φάω». Θυμήθηκα να κοιτάζω τις γάμπες της αδερφής μου, δημοτικό θα πήγαινα, σε κάποιες διακοπές που ήταν στρογγυλές και γυναικείες και να σκέφτομαι «αν είχε ιδέα πόσο ελκυστικές είναι αυτές οι γυναικείες γάμπες». Θυμήθηκα να μπαίνω κρυφά στο δωμάτιό της και να μυρίζω τα ρούχα της με μια μυρωδιά κάποιου αρώματος, τσιγάρου και εφηβείας. Κι ακόμα πιο μικρή θυμήθηκα που με βρήκαν μέσα στη ντουλάπα της με όλα της τα ρούχα γύρω μου να κοιμάμαι.

Ήταν αυτός ο οικογενειακός ερωτισμός που έκανε μία γυναίκα να λατρεύει άλλες γυναίκες και διαμόρφωνε πάντα μια ιδιότυπη σεξουαλικότητα, μία φεμινιστική ενότητα και αργότερα μία ρήξη μεταξύ των γυναικών της οικογενείας. Ποτέ δεν αισθάνθηκα έτσι για τον πατέρα ή τον αδερφό μου, εκείνοι ήταν συνήθως κάποιου τύπου αλλόκοτα όντα που παρουσίαζαν χαμηλό αισθητικό ενδιαφέρον. Ήταν η ελευθερία με την οποία εκφραζόμαστε που με έκανε ικανή να καταλάβω τα συναισθήματά μου πάνω από τα πρότυπα. Πώς θα μπορούσε η προτίμηση της σεξουαλικής συνεύρεσης με άντρες να με προσδιορίσει ως ετερόφυλη; Πώς θα μπορούσα να μην σκεφτώ ότι η μυρωδιά ή τα μαλλιά της Αλεξάνδρας ή των άλλων αγαπημένων μου γυναικών φίλων με αφήνουν σεξουαλικά αδιάφορη;

Πώς τελικά μπορεί να πιστεύει οποιοσδήποτε ότι το σεξ καθορίζει τη σεξουαλικότητα, πώς… όταν έχεις κάτι τόσο σημαντικό, όπως είναι ο έρωτας;

The borrowed euros of love

Every society has its currency. In fact currency is probably the most fundamental frame within which every type of transaction and convention in a society develops.
In a world where one bought potatoes with wheat, keepin’ it real could not have been an issue. Labour, skill, luck and brains surely must have had a chance to shine through one’s produce and the choice of allies. But what is almost unimaginable to my city self is how clear must have been the intentions and general disposition of people to others. Farmers, in my experience, are always pretty honest people, they get what they work for and that is ingrained in every aspect of their life (well ok they did before EU strategies and policies screwed it up completely). They can be stubborn and narrowminded, but will usually put effort into improving things with produce and people. They see a nice strong cow with tight tits or a strong hard-working girl with a nice butt and it’s love at first sight. They pair up, have kids and spend the rest of their lives working and taking care of each other. As boring as it may sound, it’s love like any and similarly to any with or without entertainment or art, the boring comfort of family ties eventually sinks in.
However, as currency and transactions had a certain degree of sophistication and complexity added to them, so did relationships. And up to the point where it all resembled monopoly (the board game), it must have been fun. When you have time and money, you can choose a partner, you can cheat, you can fool around and party like there’s no tomorrow, like the prehistoric, early and modern european upper and middle class people did.
But today everything is taking on a new meaning in the crisis stricken EU and in particular the darkest and lowest part of it, Greece, a small country with one of the most ancient middle classes in the world. Assuming that the hardest thing for a human being is to switch social classes, young boys and girls are possibly experiencing one of the most anti-erotic periods this country has seen. Status, work and money are being devaluated. What or who is causing all this and how to stop it no one is too sure about, so all the protesting taking place consists of violent demonstrations and the occasional strike. It is a point in history when a bunch of people who should have turned either to subsistence farming by now, or to  violent revolution are still going about their business in the city streets. And as they move and crawl, love still follows. However, it is a hesitant, anorexic love, consolidated by a cheap flight to Europe, giving little and expecting less, living in an emotional cost terror. It’s a poor love, the poor give and take of a generation of sold slaves, who haven’t yet realised their true social context.
Society is bigger, but the Earth is smaller. Human population is increasing but human heterogeneity is decreasing. The inevitable science behind social confusion says stress kills love, makes wills frail, up to a point where one has nothing to loose and is willing to fight. While we still live under the illusion of euros in our pockets, despite being drown in dept, we’ll essentially continue being subsistence farmers without land or skill eluded into believing we are middle class and have jobs.
Like the jobs most of my friends have in the private sector remain unpaid and everyone seems to be living off renting property to someone else and retired relatives, the currency of love is borrowed euros carefully and hesitantly spent. “I can’t make it, I’m a bit tired you see and I’ve got something else I need to do… sorry, shall we talk later?”.
Borrowing what you can’t pay back is a creepy way of life and a lame way to love.

The biological condition of love

Can you be firm about the unconditional nature of your love for someone?

Can it be a comfortable state of mind to love without expecting a certain return?

Can interest be maintained when one takes the role of the actor and the other of the reactor?

Isn’t a reactor really the chosen part of an actor or just a delay in alternating roles?

Is secretly watching from a distance a perversion or is it the only way to gain insight?

Is romantic love an addiction and a mere obsession?

Is romantic love a struggle for an unattainable ideal?

Is commitment to the unattainable confirmation of one’s persistent commitment-phobia?

Is commitment-phobia, a phobia of one’s own emotional intensity or selfishness?

Can someone grow by refusing to face criticism in a commitment induced dialogue?

I fear not. When I broke up with my ex-boyfriend I bought a book called “Emotional Intelligence in Couples Therapy”. I know it was a strange thing to do, as I had absolutely no intention of being involved in another relationship, but that was exactly the reason I felt I needed the book. Even though our relationship ended with a sigh of relief, I was aware that I was growing and learning a great deal, mainly of my faults. At break-up point I was relieved to the point of no regret to be free and as I stood breathing the air of freedom I realised there was no criticism, no dialogue, no round view, no insight, just me, my son and my eternally uninvolved party-animal friends. When I did something wrong there was no one there to correct me, no one really cared, so how was I going to match up to the other hard-working parents who worked everyday their brains and asses off to deliver on a multi-level emotional universe.

I watched Linklater’s “After midnight” the other day. I didn’t go there just to watch a film, I actually had questions. I’ve never watched a more realistic representation of married 40 something life (well maybe with the exception of Farhadi’s “A Separation”). I could very clearly recognise the behavioural patterns of the two main characters. My friend said “aw I just realised how annoying and stuck-up us women get sometimes” and yeah that is a relevant comment, but really not what I saw… Did you know that women’s IQs drop when they get pregnant due to hormonal take-over and then slowly return? Have I told you that I’ve never met a father who willingly would wake up in the middle of the night to change a diaper? That stuff is hardcore when encountered without any warning, but nowadays in my mind they are universal realities. Love costs and life degrades, but we’re just walking through it all doing our thing, as they all seem to agree on in the film.

I would never wish true love on anyone, although it’s the only wish there is to wish

Nothing can be more self-destructive and painful than being in love and yet that’s all we desire like zombies thirsty for blood. Everyone is thirsty, but no one is ever satisfied. The infected keep falling into the same traps and the oblivious pretend they know what they are incapable of imagining. What drives us and what kills our drive? Is it all in our culturally imposed perception of life-purpose? Is it a disease? An obsession? Or is it a primordial memory of how we were made?

Could this be means of reassurance for an awareness-baring species, which has already known for hundreds of years it is heading towards extinction?

Or is the universe in fact a hedonistic place of aimless magic?