Transient-class prose


I was never in for the love story

that’s why it all feels so numbingly confusing in the aftermath

I’m soft and fall in love too easily

I was in for the civil society integration work, for the friendship, for the creativity, for my political beliefs, for our common interest in literature, for his future gratitude

He came from a canny ethnicity and remaining true to his heritage

I come from a middle class family, which has rejected anything shrewd  a few generations now

He grew up with stories of  domestic-violence, migration and survival

I grew up with stories of my right-winged well-off ancestors courageously helping out their communist friends during the civil war

He tried to teach me the intricate ways of being street-wise, I tried to teach him the luxurious ways of being humane


But now that we have returned to the worlds where we come from, with sociopolitical turmoil beneath our feet, can we claim that we are in complete loss, that all we learned was our inability to adapt?

Is everything that tore us apart stronger than the things that brought us together?

Are the grapes of wrath merely a monument?

Will he ever be able to think beyond egotistically pleasing himself in a counter-argument against epigenetic hardship?

Could he really prove my suspicious from early-on and yet gracious and supportive middle-class friends wrong?

Does he realise that unless he accepts the political causes for all the bullying he was subjected to and convey them into something meaningful and honest, he will never escape?

Will I ever escape my self-defeating nihilist narrative?

So the last will be first and the first will be last



Γκριζομάλληδες κύριοι που αλληλοεκφράζουν αλληλοεκτίμηση με λιωμένα μυαλά που στάζουν στο πάτωμα και χύνονται έξω στο χάος ενός κόσμου που τους κρατάει ζωντανούς σα μούμιες-μνημεία.

Μνημεία για τη συμβολή των γκριζομάλληδων κυρίων στην ανάπτυξη της χώρας μας.

Πατεράδες παιδιών που ούτε να τους φτύσουν δε θέλουν γιατί πια δε θυμούνται καν τι διηγούνται, δε θυμούνται για ποια ιστορία μιλάνε.

Θυμούνται όμως την τελευταία φορά που διηγήθηκαν την ιστορία αυτή που θυμούνται από την προ-προηγούμενη φορά κ.ο.κ.

Αλληλοεκφράζουν εκτίμηση και σεβασμό κι ένα σωρό μη-ασπρομάλληδες κύριοι, χωρίς μουστάκια, με μακρυά μαλλιά κι αδύνατους ώμους ακριβώς μπροστά μου κοιτάζουν αμήχανα, μάρτυρες για άλλη μια φορά της ανυπέρβλητης εξουσίας του λοβοτομημένου ασπρομάλλη κυρίου.

Κανείς δεν τις αναφέρει από χτες, κανείς δεν τις ευχαριστεί κι όταν έρθει η ώρα να μιλήσουν θα ξέρουν ταπεινά και στωικά τη θέση τους – 10′ η παρουσίαση, ούτε λεπτό παραπάνω, ούτε τρίχα δε θα πετάει κι ούτε στιγμή δε θα τόλμαγαν να σκεφτούν ότι θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν ασπρομάλληδες κύριοι.

Και κοιτάς έξω, κι ο ήλιο χύνεται άπλετος πάνω στα καταπράσινα βουνά και λες “πώς είναι δυνατό αυτά τα εγωκεντρικά ασπρομάλλικα ανθρωπάκια να πιστεύουν ότι με τα ηλίθια ατελή τους πειράματα – με τον μεγαλόκαρδο τρόπο που δικαιολογούν τις αδυναμίες τους – πως πραγματικά θα έχουν οποιοδήποτε ρόλο να διαδραματίσουν, με οποιαδήποτε σημασία, για τη γη ή τον ήλιο;”

Τι ωραία αν του χρόνου όλοι έβαφαν τα μαλλιά τους κάποιο χρώμα κι έτσι θα μπορούσαμε να λέμε “μίλησε ο μωβ κύριος ή ο μπλε κύριος” κι έτσι θα ήταν σαν το ουράνιο τόξο και θα μπορούσαν κι οι ίδιοι να ξεχωρίσουν τους εαυτούς τους απ’τους άλλους.